close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

le

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Image Προφορά

[επεξεργασία]
 

le (fr)

  1. ο, το
    le chapeau
  2. τον, το
    je prends le livre - παίρνω το βιβλίο

Image Αντωνυμία

[επεξεργασία]

le (fr)

  • τον, το
    je le vois - τον βλέπω/το βλέπω



Δανικά (da)

[επεξεργασία]

le (da)



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
le < (κληρονομημένο) λατινική illi

Image Αντωνυμία

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
le les

le (es)

προσωπικές αντωνυμίες στα ισπανικά
αριθμός πρόσωπο γένος ονομαστική αιτιατική δοτική αυτοπαθής τονιζόμενη
ενικός1ο yome
2ο teti
3οαρσενικό élloleseél
θηλυκό ellalaella
πληθυντικός1οαρσενικό nosotrosnosnosotros
θηλυκό nosotrasnosotras
2οαρσενικό vosotrososvosotros
θηλυκό vosotrasvosotras
3οαρσενικό ellosloslesseellos
θηλυκό ellaslasellas



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Image Προφορά

[επεξεργασία]
 

le (sv)